Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

(Σύνοψη σεναρίου)
    
UK Whittingham Asylum

Η Κατερίνα, ο Μιχάλης, ο Μήτσος.
  
Καθένας ξεχωριστά ψάχνουν μέσα στην πόλη απεγνωσμένα να βρούνε σπίτι αλλά μάταια. Δυστυχώς γι' αυτούς, όλα πωλούνται.

Ένα πρωινό, όλως κατά τύχη, συναντιόνται σ' ένα κτήριο που έχουν καταλάβει άστεγοι ζωγράφοι για να κάνουν εργαστήρια.

Ύστερα από κάποιες συζητήσεις και στη συνέχεια μετά από γενική συνέλευση, όπου μέσα απ' αυτήν γνωρίζουμε και όλους τους διαμένοντες εκεί, αποφασίζουν να τους παραχωρήσουν ένα δωμάτιο, στο οποίο συγκατοικούνε και οι τρεις.
   
Η Κατερίνα κάνει το μοντέλο, ο Μιχάλης γράφει και απαγγέλλει ποιήματα και ο Μήτσος προσπαθεί να φτιάξει μια μπάντα.

Πέρα από τα προσωπικά τους προβλήματα επιβίωσης και ύπαρξης, προσπαθούν να τα βγάλουνε πέρα με τα προβλήματα του ετοιμόρροπου κτηρίου.

Σε μια σειρά κωμικοτραγικές παρεξηγήσεις, κάνει την εμφάνισή του κι ένα περίεργο φάντασμα, του παλιού ιδιοκτήτη του κτηρίου, που χαλάει κάθε συναυλία που δίνει η μπάντα.

Η Ελένη, ζωγράφος και φωτογράφος, είναι η «μοιραία γυναίκα», όπου όλοι σχεδόν οι συγκάτοικοι είναι ερωτευμένοι μαζί της, θεωρώντας την την ιδανική γυναίκα. Έτσι δημιουργείται στον ιδιάζοντα ψυχισμό των καλλιτεχνών μεγάλη σύγχυση και χάος.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς αποφασίζουνε όλοι μαζί να γιορτάσουνε τον καινούργιο χρόνο κάνοντας μια ομαδική έκθεση και ταυτόχρονα πάρτι. Η δυνατή μουσική, ο χορός και οι υπερβολικές φωνές τους ενοχλούν το μυστήριο φάντασμα και εμφανίζεται ξαφνικά η αστυνομία, αποφασισμένη να τελειώνει με τους καταληψίες.

Κρύβονται στριμωγμένοι στο υπόγειο του κτηρίου, αγωνιώντας για την εξέλιξη.

Όταν σαν από μηχανής θεός προσγειώνεται ένα τεράστιο αερόστατο, παίρνοντας μαζί του τους ήρωές μας. Κι ενώ απογειώνεται πάνω από το χώρο και το χρόνο, πηδάει την τελευταία στιγμή μαζί τους και το φάντασμα του κτηρίου...

– Κατερίνα Γώγου, "μέ λένε ΟΔΥΣΣΕΙΑ", εκδ. Καστανιώτη
       

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Γιατί έτσι το 'χει φυσικό...

Η Αρετούσα και η Νένα στη φυλακή
    
[ ΠΡΟΣΩΠΟ οπού μιλεί: Αρετούσα. (Δ 497-508, 609-622, 717-720) ]
   
Ως και τα ζα που δε νογού, λογαριασμό δεν έχου,
ίντά 'ναι ο πόνος τού παιδιού γροικούν το και κατέχου
και τη ζωή τως δεν ψηφού, βοήθεια να τως δώσου
και παίρνουσινε θάνατον ογιά να τα γλυτώσου.
Ως κ' εις τα δάση τα θεριά που λύπηση δεν έχου
και ζούσι με την απονιά κι αγάπη δεν κατέχου,
καλά και θρέφουνται με κρας απ' άλλα ζα στα δάση,
πάντα τως σάρκα ζωντανή σιχαίνουνται να φάσι·
ομπρός σκοτώνουσι το ζο και τη ζωή του παίρνου
κι απόκει από τα μέλη του τρώγουσι και χορταίνου.
Κ' εσύ με σάρκα ζωντανήν, οπού 'ναι και δική σου,
θρέφεσαι κι ουδέ λύπηση γροικάς ουδέ πονεί σου;
[...]
Κι όσο πλιά η Μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,
τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τόνε γκρεμνίζη·
κ' εκείνα οπού τον κάνουσι συχνιά ν' αναγαλλιάση
μεγάλοι οχθροί του γίνουνται την ώρα οπού τα χάση.
Κι όσο πλιά αφέντης κράζεται και βασιλιός λογάται,
τόσο πλιά πρέπει να δειλιά, πλιότερα να φοβάται·
γιατί έτσι το 'χει φυσικό τση Μοίρας το παιγνίδι,
να παίρνη από τη μια μερά, στην άλλη να τα δίδη.
Αμ' όποιος σε φτωχότητα αναθραφή, δε γγίζει
του κύκλου τα στρατέματα, ως θέλει, να γυρίζη·
μα πάντα ανέγνοιος πορπατεί, κι αν τρώγη κι αν κοιμάται,
του ριζικού την όργητα ποτέ δεν τη φοβάται.
Κι αν εις αγάπη μπερδευτή, μια σαν κι αυτό γυρεύγει
κι ουδέ τα μέλη τυραννά ουδέ το νου παιδεύγει.
[...]
Ω ριζικό ακατάστατον, αναπαημό δεν έχεις,
μα επά κ' εκεί σαν πελελό περιπατείς και τρέχεις.
Όντε στα ύψη μας πετάς, τα χαμηλά γυρεύγεις
κι όντε μας δείχνης το γλυκύ, τότες μας φαρμακεύγεις.
    
[ ΠΟΙΗΤΗΣ: (Δ 737-740) ]
 
Ίντα πολλή θαράπαψη, παρηγοριά μεγάλη,
είναι στον κακορίζικο τα δάκρυα όντε τα βγάλη!
Κι ως τα 'χε πάντα συντροφιά στα πάθη η Αρετούσα,
εκείνα δίχως να μιλούν την επαρηγορούσα.
 
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]
   

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Του Έρωτα μόνο η δύναμη...

Ο Ρωτόκριτος φεύγει για την εξορία

[ ΠΡΟΣΩΠΟ οπού μιλεί: Αρετούσα. (Γ 325-350, 507-514) ]
   
Η φύση τσ' αναστεναμούς ήκαμε, όντε κινούσι,
πάντα τα φύλλα τής καρδιάς ομπρός να τσι γροικούσι
κι ως έβγουν από την καρδιά και μες στο στόμα μπούσι,
με τον αέρα βγαίνουσι κι αέρα παν να βρούσι·
ο πρώτος αναστεναμός σαν πάψη και τελειώση,
έτσι γιαμιά δεν έρχεται άλλος να δευτερώση·
με τον καιρό τως πορπατού τα πράματα και πάσι,
του Έρωτα μόνο η δύναμη συχνιά τα μεταλλάσσει·
και τούτοι οπού συχνιάζουσι σαν το νερό στη βρύση
δεν είν' καλοί αναστεναμοί ωσάν το θέλει η φύση·
δεν είν' τούτ' οι αναστεναμοί, νένα, σαν είναι οι άλλοι,
μα εγώ 'χω μέσα στην καρδιά καρβουνιστιά μεγάλη.
Κ' Έρωτας είν' ο μάγερος, συμπαίνει και σπουδάζει
και τσι φτερούγες του συχνιά ανεβοκατεβάζει·
φυσά και ξάφτει τη φωτιά μην πάγη να του σβήση,
τη μαγεριάν ακάμωτη δε θε να την αφήση·
κείνος ο αέρας τω φτερώ που ξάφτει το καμίνι
κάνει τον αναστεναμό π' έτσι συχνιά με κρίνει·
και δεν ευρίσκει ανάπαψη στο στήθος η καρδιά μου,
μα πάντα μ' αναστεναμόν έρχεται η αναπνιά μου·
κι α λάχη ξύλον ή κλαδί, όντεν αναστενάζω,
βγαίνει έτοια φλόγα και καημός, που καίγω τα, λογιάζω·
κ' είναι η καρδιά μου στην πυρά και καίγεται στη λαύρα
σαν κάρβουνο είναι κόκκινη, τα φύλλα τση είναι μαύρα·
μαγάρι ν' αποκάηκε, να γίνηκεν αθάλη,
να πάψουσιν οι πόνοι τση κ' η παίδα τση η μεγάλη!
[...]
Οι λογισμοί επετάξασιν, στον ουρανό εφτάσα
κ' εκεί εκαήκαν τα φτερά και την εξά μου εχάσα
και να πετάξου δε μπορού πλιό να 'ρθου να μ' ευρούσι
κ' εις τα ψηλά απομείνασι και σκλάβους τσι κρατούσι.
Εκεί 'ν' κι ο νους μου στα ψηλά και δίχως νου μ' αφήκε
και σε μεγάλες δυσκολιές και πείραξες εμπήκε·
κ' η πεθυμιά μου επλήθυνεν αμ' όχι να λιγάνη,
γιατ' εκεί που δεν είναι νους, λογαριασμός δεν πιάνει
    
[ ΠΡΟΣΩΠΟ οπού μιλεί: Πεζόστρατος, Πολιτικός Σύμβουλος του Βασιλέως. 
(Γ 905-910) ]
 
Όλα τα πλούτη κ' οι αφεντιές εσβήνουν και χαλούσι
και μεταλλάσσουν, κ' οι καιροί συχνιά τα καταλούσι,
μα η γνώση εκεί που βρίσκεται και τσ' ευγενιάς τα δώρα
ξάζου άλλο παρά βασιλειά, παρά χωριά και χώρα·
ουδ' ο τροχός δεν έχει εξάν, ως θέλει να γυρίση,
τη γνώση και την αρετή ποτέ να καταλύση.
   
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]
   

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΟΥΡΑΝΙΟ ΕΠΟΣ

   
Now the voices in the distance
Try to sing my soul to sleep
But I'm drifting in the silence
Let the Lord shine a light on me
 
Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.
(Οι τελευταίες λέξεις που έγραψε.)

Για να βρει κανείς τη δική του όαση
Πρέπει πρώτα να τη χάσει
  
Για να ζήσει τη σκοτεινή του αλήθεια
(εδώ κάτω στη γη)
Πρέπει πρώτα να αναζητήσει το θεϊκό του φως
(εκεί ψηλά στον ουρανό)

Και για να κραυγάσει τα ομορφότερα λόγια του
Πρέπει πρώτα να τα υποδηλώσει· σιωπηλά
  
Μ.Μ.
  
_____________
  
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
 
* Μου αρέσει πολύ ο Ιαπωνικός και ο Κορεατικός κινηματογράφος. Οι ταινίες τους είναι ιδιαίτερα εσωτερικές και εγκεφαλικές. Υποδηλώνουν αντί να κραυγάζουν, κι αυτό μου ταιριάζει. (http://mchroniari.blogspot.gr/2013/01/blog-post_9.html)
    
* Ο τίτλος ΟΥΡΑΝΙΟ ΕΠΟΣ οφείλεται στο σχόλιο που μου άφησε μια φίλη γράφοντας για το τραγούδι "Let The Lord Shine A Light On Me" του Noel Gallagher το εξής: Αυτό δεν είναι τραγούδι και βίντεο... Είναι ουράνιο έπος! Άθελά της, την ευχαριστώ.
   
* Για το Δημήτρη Λιαντίνη, κλείνοντας, νιώθω πως ό,τι και να γράψω είναι περιττό. Λίγο. Η φράση του τα μαρτυρεί όλα.
   

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε...

Συνάντηση στη σιδερή θυρίδα
   
[ ΠΟΙΗΤΗΣ: (Β 1249-1258. Γ 567-590, 599-600) ]
   
Την ώρα που ο Αυγερινός πασίχαρος προβαίνει
κι από της γης το πρόσωπον η σκοτεινάγρα βγαίνει
και τα πουλιά χαμοπετού κι αναγαλλιούσιν ούλα
κ' έχουν εις τα φτερούγια τως πάχνη από τη δροσούλα
(ποιο κάθεται σ' χλωρό κλαδί, ποιο σ' δέντρο, ποιο σ' χαράκι
και το σκοπό του κιλαδεί κάθε λογής πουλάκι,
και με τη σιγανή λαλιά τον ήλιο προσκαλούσι
και πεθυμούσι γλήγορα να βγη, να τόνε δούσι)
η Αρετή εσηκώθηκε, το παραθύρι ανοίγει
και την αυγή τη λαμπυρή με τη χαρά ξανοίγει.
    
Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, να μιληθούν τα πάθη
και ο εις τ' αλλού τως τα κουρφά ν' ακούση και να μάθη.
Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε κι ανιμένει·
το σκότος κείνο δε δειλιά, ύπνος δεν τη βαραίνει·
δίχως φωτιά ήτον εδεκεί φοβώντας μην περάση
κιανείς και δη αντιλάρισμα και το κακό λογιάση.
Στη σκοτεινάγρα εκάθουντο κ' η νένα την αφήνει·
για τότες δεν ηθέλησε να στέκη μετά κείνη.
Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι
και ποια μεριά είν' πλιά χαμηλή, γνωρίζει και θωρεί τη,
και μ' όλο οπού 'τον δύσκολη στ' ανέβασμα, αντρειεύτη
πολλά πιδέξα ανέβηκε, χαλίκι σκιάς δεν πέφτει.
Ετούτον είναι φυσικό κεινών οπ' αγαπούσι:
εις έτοιες χρείες σα λάχουσι, πουλιώ φτερά βαστούσι.
Εσίμωσε ο Ρωτόκριτος, στο παραθύρι απλώνει
κι αγαληνά και σιγανά ποιος είναι φανερώνει.
Με ταπεινότη η Αρετή τρέμοντας πιλογάται,
με μια φωνή έτσι δαμινή, που δεν καλογροικάται.
Εφανερώσαν το κ' οι δυο πως είναι εκεί σωσμένοι
κι απόκει στέκου σα βουβοί κ' η γλώσσα τως σωπαίνει.
Ήτρεμ' εκεινη σ' μια μεριά κ' εκείνος εις την άλλη
κι ο γεις τον άλλο ενίμενε την εμιλιά να βγάλη·
μιαν ώρα εστέκα αμίλητοι και τα πολλά οπού χώνα,
εχάσαν τα, σου φαίνεται, την ώρα που εσιμώνα.
Δεν είχαν την αποκοτιά στα θέλου να μιλήσου,
δεν ξεύρουν από ποια μερά τα πάθη τως ν' αρχίσου.
[...]
και θέλοντας να πουν πολλά, τα λίγα δε μπορούσι·
το στόμα τως εσώπαινε, με την καρδιά μιλούσι.
 
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]
   

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Στη σκέψη της και μόνο

      
εἴ γε μὲν εἰδείης σῇσι φρεσὶν ὅσσα τοι αἶσα
κήδε᾽ ἀναπλῆσαι, πρὶν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι,
ἐνθάδε κ᾽ αὖθι μένων σὺν ἐμοὶ τόδε δῶμα φυλάσσοις
ἀθάνατός τ᾽ εἴης, ἱμειρόμενός περ ἰδέσθαι
σὴν ἄλοχον, τῆς τ᾽ αἰὲν ἐέλδεαι ἤματα πάντα.
   
3.
   
Και με την ονειρική δύναμη τού νου
ταξίδεψε σε κάθε πιθανό σημείο
αυτού του σύμπαντος και όποιου άλλου.

Βρέθηκε από την Ιταλία και τη Μάλτα,
μέχρι το Γιβραλτάρ και τη Μαδέρα·
κι από εκεί στα βρετανικά νησιά πέρα.

Διέσχισε τον ανοιχτό λυπητερό Ατλαντικό,
πάνω από το χαμένο του λαμπρό πολιτισμό,
κι ύστερα επέστρεψε κοντά στη Κρήτη.

Σε ένα νησί μικρό, πολύ μικρό,
ξεχασμένο από κάθε λογής θεό και ουρανό
μα όχι από εκείνου το νεραϊδοπαρμένο το μυαλό.

Όμως, ούτε εκεί τη σεβαστή τη νύμφη βρήκε·
και όταν ξαφνικά άρχισε να βρέχει δυνατά
κάλυμμα βρήκε να κρυφτεί στη σκέψη της και μόνο.

Και καθώς έπινε νέρο από τα δάκρυα τής βροχής,
λόγια ξεστόμιζε βαριά προς θεούς και δαίμονες
που τη μοίρα του όριζαν – ή έτσι νόμιζαν.

  
* * * 
    
Κάλυμμα ψάχνω κι ουρανό
γι' αυτά που μέσα μου αγαπώ
κρυφό να φτιάξω καταφύγιο
Μην κυνδυνέψει ό,τι πονώ
ό,τι αξιώθηκα να ζω
στο ταξιδάκι αυτό το επίγειο
        
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]
     

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Δεν υπήρχε πουθενά

Henri Lehmann, "Calypso", 1869
     
σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων,
οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι
ἀμφαδίην, ἤν τίς τε φίλον ποιήσετ᾽ ἀκοίτην.

2.

Και από τον απροσδιόριστο χρόνο τού παρελθόντος
ταξίδεψε σε ένα πολύ συγκεκριμένο μέλλον και μέρος:

στις 20 Σεπτέμβρη του 1988, με την Ιθάκη την αγαπητή για προορισμό.

Μόνο που τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά εκεί,
καθώς Πηνελόπη δεν υπήρχε πουθενά γι' αυτόν να περιμένει
και μια ταμπέλα στο λιμάνι τού νησιού έγραφε:

"ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ,
ΟΠΟΥ ΠΟΠΕΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΠΟΛΛΕΣ
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΟΜΩΣ ΚΑΜΙΑ!!!"

Τότε ήταν που κατάλαβε τη ματαιότητα τού πόνου για το νόστο

γι' αυτό κίνησε γη και ουρανό, για να βρεθεί πίσω στο νησί
όπου μια μοναχική νεράιδα τον είχε τόσο θερμά υποδεχτεί.

Ναι! Το όνομα αυτής: ΚΑΛΥΨΩ·
το μόνο που θυμόταν από εκείνο το υπέροχο νήσι
μαζί με δυο ψίθυρους αέρινους στο αυτί. 

       
* * *
     
And my song in the wind
The sand will sting my feet
And the sky will burn
It's a lonely time ahead
I do not ask him to return
I let him go
I let him go
     
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]