Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΚΗΔΕΙΑ - Πλευρά Β'

Neon Genesis Evangelion
 
ΠΙΟ ΑΣΧΗΜΟ ΒΡΑΔΥ, δεν είχε περάσει. Ήξερε. Τα όμορφα όνειρα δεν ήταν το φόρτε της. Αλλά αυτό το όνειρο παραπάει. Ή μήπως δεν ήταν όνειρο τελικά;
 
Βρισκόταν μόνη της στο δωμάτιο. Με φωτισμό χαμηλό και το λάπτοπ να παίζει μουσική. Στεκόταν γυμνή, ολόγυμνη, μπροστά σε έναν καθρέφτη που κάλυπτε έναν ολόκληρο τοίχο. Για πρώτη φορά μπορούσε να κινηθεί. Και έβλεπε κάτι. Ήταν το είδωλό της στο καθρέφτη. Άρχισε να χορεύει στο ρυθμό τής μουσικής. Στα χέρια της κρατούσε ένα μαχαίρι. Και χόρευε με αυτό. Αθώα. Μετά ερωτικά. Στο τέλος επικίνδυνα.
 
Με το ένα της χέρι χάιδευε το αιδοίο της. Με το άλλο προκαλούσε μικρές πληγές στο σώμα της. Έμπηγε το μαχαίρι σε διάφορα σημεία. Στο μέτωπο, στα μάγουλα, στον λαιμό, στις ρώγες, στην κοιλιά, στους μηρούς, στις γάμπες, στους γλουτούς, στα μπράτσα, στα χέρια. Ρηχά. Μετά πιο βαθιά. Ήταν σαν να χόρευε με αυτό. Το ένα της χέρι, αυτό στο αιδοίο, ήταν το θύμα. Το άλλο, αυτό με το μαχαίρι, ο θύτης.
 
ΠΙΟ ΑΣΧΗΜΟ ΒΡΑΔΥ, δεν είχε περάσει. Ήξερε. Ήταν σαν να τον κυνηγούσε ο Μινώταυρος μέσα στο λαβύρινθο. Ή μήπως ο λαβύρινθος βρισκόταν μέσα στο μυαλό του;
 
Σε κάποιο σημείο έφτασε σε αδιέξοδο. Σε έναν από τους πολλούς σκοτεινούς διαδρόμους, όπως έτρεχε απεγνωσμένα, είδε ένα τοίχο φωτισμένο. Κατευθύνθηκε προς αυτόν. Ακούμπησε πάνω του. Τότε, άκουσε τη φωνή τής συνείδησής του να λέει: Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε, αραίωσε. Ξεψύχησα, πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος. (1) 
 
Πέρασε στην άλλη πλευρά. Και ο καθρέφτης τού τοίχου έσπασε. Εκείνος έπεσε ασυναίσθητα πάνω της. Εκείνη τρόμαξε όπως τον είδε έτσι ξαφνικά. Ή μήπως ήξερε από την αρχή;
 
ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ βρίσκονταν στο δωμάτιο μαζί. Γυμνοί. Έξω έπεφτε βροχή ψιχαλιστή, ενώ πίσω από τα σύννεφα αχνόφεγγε ένα ολόγιομο φεγγάρι. Αγκαλιάστηκαν. Και άρχισαν να χορεύουν στο ρυθμό τής μουσικής. Κατά τη διάρκεια του χορού, εκείνη ψιθύρισε στο αυτί του: And those who were seen dancing were thought to be insane by those who could not hear the music. (2) Εκείνος είπε: I thought of you and the years and all the sadness fell away from me. (3) 
 
Πάνω στο χορό άρχισαν να φιλιούνται. Στοργικά. Συμπονετικά. Μετά ξεκίνησε να γλύφει τις πληγές της. Έπινε, λίγο-λίγο, το αίμα της και καθάριζε το δέρμα της. Όταν το σώμα της καθάρισε εντελώς, εκείνη ένιωσε ανακουφισμένη. Εκείνος ένιωθε ευτυχισμένος.
 
ΤΟΝ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΟ μπάνιο. Η μπανιέρα ήταν γεμάτη με νερό. Μπήκαν και οι δυο μέσα και κάθονταν εκεί, για ώρα πολλή, αγκαλιασμένοι. Ο ένας κοίταζε τον άλλο στα μάτια. Δε μιλούσαν. Κι όμως έλεγαν τόσα πολλά με τα μάτια.
 
Άρχισαν να χαϊδεύονται. Ώσπου εκείνος μπήκε μέσα της. Ή μήπως εκείνη τον έβαλε μέσα της;
 
Τα σώματά τους, όπως αγγίζονταν μέσα στο νερό, γίνονταν ένα. Έκαναν έρωτα για ώρα πολλή και πάνω στη πιο κορυφαία στιγμή, όπως έτρεμαν σύγκορμοι από ηδονή, πήρε το μαχαίρι που το είχε ακουμπήσει ακριβώς έξω από τη μπανιέρα και του ψέλλισε: Και ωραία μέρα για κηδεία. Της ψέλλισε: Ε ναι!

Ήταν ένας αμοιβαίος θάνατος. Και ήταν υπέροχος. Γιατί τους βρήκε πάνω στο αποκορύφωμα της ζωής τους. Στη γιορτή τού έρωτά τους. Και, το πιο σημαντικό, ήταν μαζί.
  
ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ τούς ανακάλυψαν αιμόφυρτους στη μπανιέρα. Με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Η αστυνομία έψαξε εξονυχιστικά το σπίτι και, μεταξύ άλλων ασήμαντων πραγμάτων, βρήκε ένα σημείωμα στο δωμάτιο. Δίπλα στο λάπτοπ που εξακολουθούσε να παίζει. Το σημείωμα έγραφε: Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά για να μη τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε(4)
    
Μ.Μ.

_____________

(1) Γιώργος Χειμωνάς - http://sstavropoulos.blogspot.gr/2011/02/blog-post_12.html
(2) Friedrich Nietzsche
(3) Pink Floyd - Poles Apart
(4) Τάσος Λειβαδίτης - http://mchroniari.blogspot.gr/2012_01_01_archive.html
  
[A REQUIEM FOR THE POST - ROCK DREAM]
   

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

H χαζογκόμενα

     
People they come together
People they fall apart

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΧΝΕΙΣ όμορφη, αγέρωχη, μοιραία. Έτσι σε έμαθαν. Έτσι σε κατασκεύασαν οι έμποροι κι οι διαφημιστές τής σάπιας ύλης και της άυλης κατανάλωσης. Έτσι σε μετέτρεψαν από άνθρωπο γένους θηλυκού –αυτό το θεσπέσιο πλάσμα!– σε εμπόρευμα φτηνό ή πολυτελείας.

ΔΕ ΦΤΑΙΣ ΕΣΥ για αυτό. Αλλά ούτε έκανες κάτι για να αντισταθείς.

ΤΩΡΑ ΔΕ ΜΟΥ φτάνει που σε βλέπω εκεί έξω, αλλά βλέπω και το “προφίλ” σου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλο πόζες και πονηρά χαμόγελα και ρούχα και φρου-φρου κι αρώματα. Ώρες-ώρες, παίρνεις κι αυτό το ύφος εκδιδόμενης... 

ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΕΙΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΤΗΝ εικόνα μιας τέλειας περσόνας-κούκλας που ούτε είσαι ούτε πρόκειται να γίνεις ποτέ. Γιατί, πολύ απλά, οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι. Ούτε εγώ είμαι τέλειος, ούτε εσύ είσαι τέλεια και, σε τελική ανάλυση, η τελειότητα βρίσκεται στην ατέλεια. Στη συνείδηση της ατέλειας. Πόσο υπέροχη, αλήθεια, είναι η ατέλεια άμα το καλοσκεφτεί κανείς.

ΣΤΑΜΑΤΑ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΝΑ κάνεις ό,τι κάνεις. Σταμάτα να το παίζεις “γκόμενα” και “μαζόχα” και “βεντέτα”. Και σκέψου ότι η ομορφιά, η θηλυκότητα, η Γυναίκα πηγάζει από το μέσα προς τα έξω· όχι το αντίστροφο.

ΚΑΙ, ΕΠΙΣΗΣ, ΑΝ πάρω το θάρρος να σου πω ότι θέλω να σε συναντήσω, προτού με απορρίψεις πιστεύοντας ότι έκανες κάτι σπουδαίο, ξανασκέψου το. Κι αν νομίζεις ότι απλώς κι αφελώς και στρουθοκαμηλικώς [sic!] είμαι “σαν όλους τους άλλους”, τουλάχιστον δώσε μου μια ευκαιρία να σου αποδείξω ότι κάνεις λάθος. Ξέρεις, δεν είναι λάθος να κάνεις λάθη μερικές φορές. Όλοι κάνουμε λάθη.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ ΜΕΤΑ το λάθος τι γίνεται.

ΓΥΝΑΙΚΑ, ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕ ΜΕ ως Γυναίκα. Όχι σαν γκόμενα φτηνή ή πολυτελείας. Αν θέλεις να σου φερθώ θαρραλέα, ευγενικά κι αντρίκεια. Αλλά ακόμη κι αν δε το κάνεις, εγώ πάλι στα ίσια θα σου τα πω. Κι αν θες μετά στρουθοκαμηλίσου [sic!] για άλλη μια φορά. Το έργο το έχω ξαναδεί και, τώρα πια, δε τρελαίνομαι. Γι’ αυτό, λοιπόν, τη νύχτα πριν πας να κοιμηθείς κι ονειρευτείς κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη, σκέψου και αναρωτήσου: Αυτή η χαζογκόμενα θέλω να είμαι;

ΚΑΙ ΣΟΥ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΩ. Δε φταις εσύ για ό,τι γίνεσαι. Εγώ φταίω. Ο “Άντρας”. Η προσωποποίηση του “Άντρα”. Το σύμβολο του “Άντρα”. 

ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ ΚΑΝΕΙΣ κάτι για να αντισταθείς.
 
Μ.Μ.
    
      

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΚΗΔΕΙΑ - Πλευρά Α'

"One Last Time", Steven Stahlberg
Δεν υπάρχει παρόμοια κατάρα με τη σωτηρία.
      
(«Αντίχριστος», η ταινία)
    
     
ΕΚΕΙΝΗ, ΞΑΠΛΩΣΕ ΝΑ κοιμηθεί χαράματα. Αν και έπρεπε να σηκωθεί νωρίς το πρωί. Είχε καιρό να κάτσει να δει το ξημέρωμα και τραβούσε. Έτσι και έγινε λοιπόν. Καλύτερα να μη ξάπλωνε καθόλου. Ή μήπως καλύτερα που ξάπλωσε τελικά;

ΕΚΕΙΝΟΣ, ΞΑΠΛΩΣΕ ΝΑ κοιμηθεί με ανήσυχες σκέψεις. Ως συνήθως. Γι' αυτό και δε μπορούσε να αποκοιμηθεί. Θυμόταν πως τελευταία φορά που κοίταξε το ρολόι προτού τον πάρει ο ύπνος ήταν κιόλας χαράματα.
   
ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΟΝΕΙΡΑ δεν ήταν το φόρτε της. Ξυπνούσε συνεχώς λουσμένη με κρύο ιδρώτα, τα μάτια της πονούσαν και ο πόνος στα όνειρά της ήταν τόσο έντονος που σαν να τον ένιωθε πραγματικά. Κρατούσε την αναπνοή της κάθε που ξυπνούσε, γιατί ένα τσακ ήθελε για να κάνει εμετό. Εμετό από έναν πόνο που ουσιαστικά υπήρχε μόνο στο μυαλό της.

ΚΑΠΟΙΟΣ, ΚΑΤΙ, ΤΟΝ κυνηγούσε. Αυτό ήταν ένα μοτίβο που επαναλαμβανόταν στα άσχημα όνειρά του. Ότι κάποιος, κάτι, τον κυνηγά. Τις περισσότερες φορές απροσδιόριστο. Αλλά επώδυνο κατά το ξύπνημα.

ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ πόνο τον γνώριζε καλά. Δεν μπορούσε να τρέξει. Ένιωθε το σώμα της βαρύ. Δεν το ήλεγχε. Σαν να τραβούσε αυτό το πράγμα την ενέργειά της. Σαν μαγνήτης. Το ίδιο και τη φωνή της. Πήγαινε να ουρλιάξει. Και έβγαζε κάτι λιγότερο από ψίθυρο. Παραδινόταν.

ΠΑΡΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΚΑΙ έτρεχε κανονικά, συμμετείχε σε αυτό πιο πολύ σαν θεατής τού εαυτού του. Σαν να παρακολουθούσε σκηνές από μια ή περισσότερες ταινίες τρόμου. Με εκείνον για πρωταγωνιστή. Και αυτό το κάτι, διαρκώς, να τον κυνηγά. Και συνήθως να ξυπνά χωρίς να τον πιάνει αλλά και χωρίς να σώνεται από αυτό. Κατά τη διάρκεια του "κυνηγητού" και σε μια πολύ έντονη στιγμή.

ΓΙΑΤΙ, ΟΜΩΣ, ΟΥΤΕ μια φορά δεν γυρίσανε πίσω να δούνε τι είναι αυτό που τους κυνηγάει; «Έχε το στο μυαλό σου», του είχε πει, «να προσπαθήσουμε να το κάνουμε την επόμενη φορά». Ίσως αυτό να θέλει απλά. Ένα βλέμμα και αυτό.
   
Μ.Μ.
   
[WE 'RE SO FUCKIN' POST - ROCK HERE / ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...]
    

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Εκείνος πλιό άλλο δε μιλεί


Μήνυμα από την Αρετούσα



Χίλια η καρδιά και πλιότερα...



Η αγάπη δεν τσ' αφήνει



Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε...



Γιατί έτσι το 'χει φυσικό...



Τα πάθη πλιό δεν κιλαδεί...



* * *
 
[ ΠΟΙΗΤΗΣ: (E 1084-1090, 1103-1132, 1511-1544) ]
 
Εκείνος πλιό άλλο δε μιλεί, μα πλύθηκεν ομπρός της
και τσ' εφανίστη αλλής λογής εγίνηκε το φως της.
Ήλαμψεν ο Ρωτόκριτος βγάνοντας το μελάνι,
πάλι την πρώτην ομορφιά το πρόσωπό του πιάνει.
Χρυσά εγενήκαν τα μαλλιά, τα χέρια μαρμαρένια
κ' η όψη του ασπροκόκκινη, τα κάλλη ζαχαρένια.
Γνωρίζει τον η Αρετή, καλά τόνε θυμάται,
μα δεν κατέχει ξυπνητή αν είναι ή αν κοιμάται.
[...]
Τα μάτια τση από τη χαρά ποτάμια εκατεβάζα
και με τα δάκρυα, που 'βγανε την πρώτη, δεν εμοιάζα.
Τα πρώτα εβράζα ωσά θερμό, πρικιά, φαρμακεμένα,
και τούτα ετρέχα δροσερά, γλυκιά και ζαχαρένια.
Σαν το λουλούδι που όμορφο παρ' άλλο η φύση κάνει
κ' έρθη άνεμος με τη χιονιά να το ψυχομαράνη
κ' η ομορφιά του χάνεται, τη μυρωδιά δεν έχει,
όση ώραν είναι ανεμική κι όση ώρα χιόνι βρέχει·
μα ως έβγη ο ήλιος να το δη κ' η ζέστη να του δώση,
και να ομορφίση το ζιμιό, τα φύλλα να ξαπλώση,
το χιόνι από τριγύρου του χάμαι νερό το ρίχνει,
τη μυρωδιά, την ομορφιάν ωσάν και πρώτας δείχνει,
όλες τσι χάρες σαν εβγή ο ήλιος τού τσι δίδει,
που το 'χεν άσκημο η χιονιά στης νύκτας το σκοτίδι·
έτσί 'χαν και την Αρετή τα πάθη μαραμένη
κι ασούσουμη κι ανέγνωρη, κακά καταστεμένη.
Κ' η σκοτεινάγρα τσή φλακής, του λογισμού η κρυότη
πολλ' άσκημην εκάμασι την όμορφή της νιότη.
Μα σαν είδε τον ήλιο της μες στη φλακή κ' εμπήκε,
εξαναγίνη το ζιμιό, την ασκημιάν εφήκε·
εγιάγειρεν η ομορφιά που τση 'το μακρεμένη,
ήβρασε πάλι, ενέζησε, οπού 'το χιονισμένη.
Ήκλαιγε, δεν εχόρταινε να του μιλή τους πόνους,
που εβάσταν ογιά λόγου του τόσους καιρούς και χρόνους.
Ήκλαιγε κι ο Ρωτόκριτος τα πάθη των κιντύνω,
βλέποντας πώς ευρίσκετο μια του κερά για κείνο,
κ' ίντ' ασκημιά 'χε κι ατσαλιά το ρούχον οπού εφόρει
κι από τα νύχια ώς την κορφή κλαίγοντας την εθώρει.
Επάψασι τα κλαήματα και της χαράς η ζάλη,
τσι πρώτες τως αθιβολές ξαναμιλούσι πάλι.
 
Η Αρετούσα γυρίζει από τη φυλακή στο παλάτι

Αγαπημένο αντρόγυνο σαν τούτο δεν εφάνη
μουδ' έτοιο καλορίζικο, χαιράμενο στεφάνι.
Πλιά ζήσαν κ' εγεράσασι παρά που δίδει η φύση,
καλή καρδιά τούς έθρεφε σαν το δεντρόν η βρύση.
Εκάμασι παιδόγγονα κι όλα εγενήκαν πλούσα
και μάνα και κερά λαλά εγίνη η Αρετούσα.
Πολλά χαιράμενη ζωή στον κόσμον επεράσα,
τσι κόπους δεν ερίχνασι, τσ' ολπίδες δεν εχάσα.
Για τούτο οπού 'ναι φρόνιμος, μηδέ χαθή στα πάθη·
το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ' αγκάθι.
Ετούτ' η αγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελειώθη
και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τώς εδόθη.
Και κάθα είς που εδιάβασεν εδά κι ας το κατέχη:
μη χάνεται στα κίντυνα, μα πάντα ολπίδα ας έχη.
Κ' εκείνον οπού εκόπιασεν ας τον καληνωρίζου
κι ας συμπαθούν τα σφάλματα εκείνα που γνωρίζου.
Εσίμωσε το ξύλο μου, το ράξιμο γυρεύγει:
ήρθε σ' ανάβαθα νερά και πλιό δεν κιντυνεύγει.
Θωρώ τον ουρανό γελά, τη γη και καμαρώνει
κ' εισέ λιμνιώνα ανάπαψης ήραξε το τιμόνι.
Σ' βάθη πελάγου αρμένιζα, μα εδά 'ρθα στο λιμνιώνα,
πλιό δε φοβούμαι ταραχή ουδέ μάνητα χειμώνα.
Θωρώ πολλοί εχαρήκασι κ' εκουρφοκαμαρώσα
κι όσοι εκλουθούσα από μακρά, εδά κοντά εσιμώσα.
Η γης εβγάνει τη βοή, ο αέρας και μουγκρίζει
και μια βροντή στον ουρανό τσ' οχθρούς μου φοβερίζει·
εκείνους τους κακόγλωσσους που ψέγουν ό,τι δούσι
κι απόκεις δεν κατέχουσι την άλφα σκιάς να πούσι.
Θωρώ πολλούς και πεθυμούν κ' έχω το γροικημένα
να μάθουν τίς εκόπιασεν εις τ' απανωγραμμένα.
Κ' εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ' έχου,
μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου.
ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ είν'ο ποιητής και στη γενιά ΚΟΡΝΑΡΟΣ,
που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.
 
Βιτσέντζος Κορνάρος, “Ερωτόκριτος”, επιμ. Στυλιανός Αλεξίου, εκδ. Ερμής.
    

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μια ανεξήγητη θλιμμένη ομορφιά

 
“Ἕτερος δέ τῶν μαθητῶν [αὐτοῦ] εἶπεν αὐτῷ, Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καί θάψαι τόν πατέρα μου. Ὁ δέ Ἰησοῦς λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι, καί ἄφες τούς νεκροὺς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς.”
 
«ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ», 8. 21-22
 
*

ΤΟ ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΕΙ σε μια θεατρική παράσταση πριν από χρόνια. Ίσως το μόνο που άξιζε από εκείνη τη παράσταση να ήταν αυτό το τραγούδι. Από τότε μου είχε αφήσει μια ανεξήγητη θλιμμένη ομορφιά. Η πιο όμορφη από όλες! Το αναζήτησα τις επόμενες ημέρες της παράστασης, δεν μπόρεσα όμως να το βρω. Δεν είχα τους στίχους.
 
ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ σήμερα, περιφερόμενος στο σπίτι, ανοίγω το ραδιόφωνο που εκείνη την ώρα έπαιζε Best 92,6. Και τι ακούω; “Don’t walk away, in silence”. Ακριβώς αυτό! Το αναγνώρισα στη στιγμή. Έστησα αυτί μπροστά στο ραδιόφωνο, πρόλαβα να καταγράψω μερικούς στίχους, τους πέρασα στην αναζήτηση της google και, επιτέλους, αποκάλυψη!
 
ΚΑΘΕ ΤΕΤΟΙΑ ΩΡΑ και στιγμή που συμβαίνει κάτι τόσο ανεξήγητα όμορφο –γιατί τα όμορφα πράγματα στη κ*λοζωή δε χρειάζονται εξήγηση κι αν εξηγηθούν παύουν να είναι όμορφα–, μου έρχονται στο μυαλό οι παρακάτω στίχοι: «αν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να σε βοηθήσει» (Paulo Coelho). Τετριμμένοι, το ξέρω, μα πέρα για πέρα αληθινοί!
 
ΛΟΙΠΟΝ, ΑΠΛΩΣ, ΝΙΩΣΤΕ, ανατριχιάστε, απολαύστε…
    
En-joy Division!
 
Μ.Μ.

*
    
Walk in silence,
Don't turn away, in silence.
Your confusion,
My illusion,
Worn like a mask of self-hate,
Confronts and then dies.
Don't walk away.
    

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Mama don't go, Daddy come home


“Ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ, καί ἔξω ἑστῶτες ἀπέστειλαν πρός αὐτόν φωνοῦντες αὐτόν. Καί ἐκάθητο περί αὐτόν ὄχλος· Εἶπον δὲ αὐτῷ· Ἰδού ἡ μήτηρ σου καί οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε. Καί ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου; Καί περιβλεψάμενος κύκλῳ τούς περί αὐτόν καθημένους λέγει· Ἴδε ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου· Ὃς γάρ ἂν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου καί μήτηρ ἐστί.” 

«ΚΑΤA ΜΑΡΚΟΝ», 3. 31-35