Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Τη Ρόζα δεν τη ξέχασε ποτέ

Χάινριχ Χίμλερ - Χόρας Γκρέισλι
   
Η φωτογραφία του διαβόητου αρχηγού των Ες-Ες, Χάινριχ Χίμλερ, να συνομιλεί με ένα αιχμάλωτο πολέμου, είναι μια από τις πιο γνωστές και χαρακτηριστικές πόζες του αδίστακτου Ναζί. Ποιος είναι όμως ο αιχμάλωτος; Είναι ο νεαρός Βρετανός στρατιώτη, Χόρας Γκρέισλι, που στέκεται γυμνός μπροστά του και η ιστορία του είναι από τις πιο εντυπωσιακές του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
   
Ο Γκραντ, αν και δεν πρόλαβε να πολεμήσει, κατάφερε να συλληφθεί και να αποδράσει από τα στρατόπεδα αιχμαλώτων τουλάχιστον 200 φορές... για τα μάτια της νεαρής Γερμανίδας Ρόζα Ράουχμπαχ. Η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή, που δεν μπόρεσε καμία γερμανική περίπολος και κανένα συρματόπλεγμα να τη σταματήσει.  
   
Η αιχμαλωσία του Γκρέισλι
   
Χόρας Γκρέισλι
Ο «Τζιμ», όπως ήταν το παρατσούκλι του, ήταν 20 ετών, όταν το 1939, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. Αμέσως, με τον δίδυμο αδερφό του κατατάχθηκαν στον αγγλικό στρατό. Μετά από εκπαίδευση επτά εβδομάδων, τον έστειλαν στη Γαλλία. 
   
Στις 25 Μαΐου 1940, κατά την υποχώρηση του τάγματός του, αιχμαλωτίστηκε νότια της πόλης Λιλ. Τους επόμενους μήνες, η τύχη στάθηκε στο πλευρό του, καθώς άντεξε το βασανιστικό περπάτημα, διασχίζοντας Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία υπό άθλιες συνθήκες. Τελικά, με το τρένο οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο στη Σιλεσία. 
  
Η γνωριμία με τη νεαρή Γερμανίδα
και το μυστικό της
 

Δίπλα από το στρατόπεδο αιχμαλώτων υπήρχε ένα λατομείο μαρμάρων. Η 17χρονη κόρη του διευθυντή, Ρόζα Ράουχμπαχ, εκτελούσε χρέη διερμηνέα των Γερμανών στο στρατόπεδο.
   
Η οικογένειά της είχε καταφέρει να κρύψει καλά από τους Ναζί ότι ήταν Εβραίοι. Όταν την είδε πρώτη φορά ο Χόρας, εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της. Το ίδιο και αυτή. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος.
    
Σε λίγες εβδομάδες, ο Γκρέισλι και η Ρόζα ζούσαν τον έρωτά τους κυριολεκτικά «κάτω από τη μύτη» των Γερμανών. Πριν περάσει ένας χρόνος, ο Χόρας Γκρέισλι μεταφέρθηκε 40 χιλιόμετρα μακριά, σε ένα παράρτημα του στρατοπέδου Άουσβιτς.
   
Ρόζα Ράουχμπαχ
   
Οι αποδράσεις 
  
Ο μόνος τρόπος, ώστε ο αιχμάλωτος του πολέμου και του έρωτα, να βλέπει την αγαπημένη του, ήταν η απόδραση. Με τη βοήθεια άλλων κρατουμένων, κατάφερνε να δραπετεύει συχνά από το στρατόπεδο και να επιστρέφει χωρίς να τον αντιληφθούν. Δεν το έσκαγε οριστικά, γιατί έτσι δεν θα μπορούσε να βλέπει την αγαπημένη του.
    
Γρήγορα κατάλαβε, ότι αν έλειπε λίγη ώρα, δεν θα εντόπιζαν την απουσία του. Για να συνεννοείται με την αγαπημένη του Ρόζα, έστελνε μηνύματα με εργάτες ή κουρείς, που πήγαιναν στο στρατόπεδο για δουλειές των Ναζί. Συχνά κυλιόταν κάτω από τα συρματοπλέγματα, μέχρι και τρεις φορές την εβδομάδα, όταν ήξερε εγκαίρως σε ποια υπηρεσία και σε ποια περιοχή έστελναν τη Ρόζα.
   
Σε κάθε συνάντηση, η Ράουχμπαχ πήγαινε φαγητό στον Γκρέισλι και ένα μικρό δέμα με τρόφιμα για όσους τον βοηθούσαν να αποδράσει. Του έδινε επίσης και κομμάτια από τρανζίστορ, τα οποία ο Γκραντ μετέφερε στο στρατόπεδο και έτσι οι Βρετανοί μπορούσαν να ακούνε τα νέα και τις ανακοινώσεις του BBC.
  
Μετά από 5 χρόνια και συνολικά 200 αποδράσεις, ο ερωτευμένος αιχμάλωτος απελευθερώθηκε, στις 24 Μαΐου του 1945. Δε σταμάτησε να γράφει γράμματα στη Ρόζα. Μάλιστα, εγγυήθηκε για
λογαριασμό της, όταν αυτή έκανε αίτηση πρόσληψης, ως διερμηνέας των Αμερικανών. 
   
Μήπως τα πουλιά ακόμα τραγουδούν στην κόλαση; 
   
Το τελευταίο γράμμα που έλαβε, ήταν τραγικό. Τον πληροφορούσαν ότι η Ρόζα πέθανε κατά τη διάρκεια της γέννας. O Χόρας δεν πρόλαβε να μάθει ποτέ αν το παιδί ήταν δικό του και χρειάστηκε να περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για να συνέλθει.
    
Λίγο καιρό αφότου γύρισε στο πατρικό του σπίτι στο Λέστερ, ορκίστηκε ότι δεν θα του ξαναδώσει κανένας διαταγές. Έγινε ένας πετυχημένος επιχειρηματίας και το 1975 παντρεύτηκε την Μπρέντα, με την οποία έκαναν δύο παιδιά. Τη Ρόζα δεν τη ξέχασε ποτέ. 
    
Στο βιβλίο με την αυτοβιογραφία του «Do The Birds Still Sing In Hell?», αφιερώνει το μεγαλύτερο κομμάτι της αφήγησης σε αυτήν. Πέθανε στον ύπνο του στις 4 Φεβρουαρίου του 2010.
    
   
Η ιστορία της φωτογραφίας 
   
Στο βιβλίο του, ο Χόρας Γκρέισλι λέει ότι δεν ήξερε ποιος ήταν ο Χάινριχ Χίμλερ, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν ανώτατος αξιωματικό των Ναζί. Για τη φωτογραφία όπου στέκεται γυμνός απένταντί του, λέει ότι όταν είδε τον Χίμλερ, πήγε και στάθηκε μπροστά του σε στάση προσοχής. Έβγαλε τη μπλούζα, του έδειξε πόσο αδυνατισμένος ήταν και ζήτησε καλύτερο φαγητό για τους κρατούμενους. Φυσικά, ο αρχηγός των Ες Ες ούτε καν έδωσε σημασία.
    
Ορισμένοι ιστορικοί λένε, ότι στη φωτογραφία δεν είναι ο Χόρας Γκρέισλι, αλλά ένας Σοβιετικός στρατιώτης. Η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών MI9, ανοίγοντας τα αρχεία της, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, επιβεβαίωσε ότι ο γυμνός αιχμάλωτος ήταν ο θρυλικός Χόρας Γκρέισλι.
 
Το διάβασα εδώ.
  

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Μανιτάρι Μαγικό


   
Μια μουσική ακούγεται κάθε νύχτα από το φεγγάρι. Μια μουσική λυπητερή που τον άνθρωπο καλεί. Και ο άνθρωπος πηγαίνει κάθε νύχτα στο φεγγάρι. Μα το επόμενο πρωί διαπιστώνει πως ποτέ δεν βρέθηκε εκεί. Και ούτε πρόκειται ποτέ να πάει. Και μένει μόνο η μουσική να του θυμίζει πως η αγάπη είναι μια παραίσθηση από κάποιο μανιτάρι μαγικό.

Μ.Μ.
      
Υ.Γ. Μα τι λέω? Εσύ είσαι ήδη εδώ. Πού είμαι τότε εγώ?
   

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ*

Ω Μοντιλιάνι, επιτέλους, Παναγιά
που να μην έχει καλυμμένα τα βυζιά
Εγώ 'μως βρίσκω πως δεν είμαι/ ούτε θεός ούτε σκυλί, μα έχω/ κάτι από την πλήξη του θεού-/ και κάτι απ' του σκυλιού τη θλίψη. • Όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι· μάγια./Φόρεσε δαχτυλίδι το Μηδέν, και, ξόρκισε, τη Μάγια. • κι άξαφνα/σώπασ'ο ψίθυρος των δέντρων, ένας άγγελος/ έφτασε/ κι έβγαλε το πυρρό πουλί απ' το στήθος του/ και το φύτεψε κ' είπε «εδώ/ να μείνεις/ να μαραίνεσαι και ν' ανθίζεις ώσπου να/ λησμονήσεις». • Ένας άγγελος/ χόρεψε χόρεψε κι έσβησε/ αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού/ αυτή τη στάχτη. • Ακολούθησε όχι μόνο/ τα χνάρια του πνεύματος στο χαρτί/ μα και του λύκου τα πατήματα στο χιόνι. • Το φως χωρίζει τα πράγματα./ Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα./ Αυτή είναι η πρώτη παρουσία των πραγμάτων/ αυτός/ ο θάνατος. Όμως/ στη δεύτερη παρουσία τους/ τα πράγματα/ είναι/ το φως. • Εν αρχή ην ο Λόγος/ κι ούτε που ξέρω λόγος τι θα πει. • Άλφα ο Άντρας κ' η γυναίκα Ωμέγα·/ ώ η γυναίκα ῳ/ και οι καμπύλες της/ πύλες της αλφαβήτου./ Τάχα θα καταφέρω να ενώσω αυτά τα γράμματα σε Λόγο; • Πώς γίνοντ' όλα από μόνα τους στον έρωτα./ Έρχονται οι λέξεις από μόνες τους/ έρχονται οι λέξεις γύρω απ' τον πυρήνα τους/ σαν τους πλανήτες γύρω από τον Ήλιο. Προσκυνώντας σε/ τρέμοντας/ θέλω/ μ' όλο μου το κορμί θέλω παντού να σε αγγίξω· θέλω/ σαν πληγωμένο αγρίμι να μουγγρίξω/ θέλω/ μέσα σου να χαθώ. • Ζώντας σε παραμύθια και θρησκείες, περνώντας/ μες από θρύλους, πολιτείες και λαούς/ άκουσα και για κείνο το γεφύρι που το πλάτος του δεν είναι πιο μεγάλο από την κόψη ξυραφιού./ Μόνο από κείνο το γεφύρι λένε θα μπορούσες να περάσεις προς το φως./ Κι όπως οι πιο σοφοί εξηγούν/ διαβαίνεις το γεφύρι εκείνο μόνο αν ο ίδιος είσαι φως. • Το δέρας ζώου ηλιακού· ο ίσκιος του/ είν' ένας δράκος που φοβίζει τους δειλούς./ Όμως σαν είσαι αργοναύτης δε φοβάσαι/ ξέρεις/ ότι η άλλη όψη των πραγμάτων/ είναι/ για να φρουρεί τα πράγματα απ' την/ ιδιοτέλεια των μωρών που ό,τι βρίσκουν το απομονώνουν και το κάνουνε θνητό. • Ένα βιβλίο έκλεψα από/ το βιβλιοπωλείο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, στην Ερμού./ Διόλου δεν έχω τύψεις· όπως ξέρετε/ κι ο Προμηθέας κι ο Ερμής ήσανε κλέφτες. • Το σιδερένιο γένος είναι τώρα στην ακμή του./ Οι δολοφόνοι είν' απ' όλους σεβαστοί./ Κερνά ο διάβολος τη δίψα κι απ' τ' ασκί του/ πίνουνε προλετάριοι κι αστοί. • Όπου και να βρίσκεστε πάντα/ κρυφό ένα όπλο να κρατάτε πάνω σας γιατί/ η επανάσταση/ (σαν τη δευτέρα παρουσία) δεν ξέρετε/ πού θα σας βρει, γιατί/ η επανάσταση/ (σαν τη δευτέρα παρουσία) γίνεται/ κάθε στιγμή. • Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια/ γι' αυτό/ οι ποιητές/ χρειάζεται/ να οπλοφορούν. • Άλλοι κάνουν ποιήματα/ άλλοι δημόσιες σχέσεις. • Έχω χαρεί την ήσυχη βροχή/ κι έχω βαδίσει στων αγγέλων το γκρεμό· απ' τ' άγρια ρόδα μάζεψα σιωπή/ και φως απ' τα παιδιά κι απ' τον τρελό. • Τι θα μπορούσα βέβαια να γράψω αφού ο κόσμος/ είναι γραμμένος θαυμαστά πάνω στον κόσμο. • Μόνο ο ποιητής αναρωτιέται: "Μα πώς γίνεται/ ένα λουλούδι που 'πεσε στη γη να επιστρέφει/ και πάλι στο κλαδί;"/ Ω Αρακίντα, ρώτησε τους Έλληνες,/ (ιπτάμενο λουλούδι, πεταλούδα) και ψυχή. • Βρέθηκα τα μεσάνυχτα στην κάμαρη/ μπροστά σ' ένα μονόφυλλο μικρό/ παραθυράκι/ που το άνοιξα./ Σαν ιερό βιβλίο το άνοιξα/ και τη σελίδα διάβασα των άστρων. Ο ουρανός είναι το σπήλαιο που κατοίκησα σ' αρχέγονους καιρούς·/ οι ζωγραφιές μου ακόμα πάνω του. Κοιτάζω εδώ μες στον καθρέφτη. Ναι/ είμαι αυτός που είναι πίσω απ' τον καθρέφτη. Ποτάμι η σιωπή/ κ' οι λέξεις μου/ πέτρες για να πατήσεις να περάσεις τη σιωπή. Όταν από το σώμα έξω βγει/ το φως το πρώτο θ' αντικρύσει η ψυχή/ το καθαρότατο./ Μα αν το φως αυτό δεν το συνήθισε/ όσο βρισκόταν στην ανθρώπινη ζωή/ αποτραβιέται θαμπωμένη και ζητεί/ φως σκοτεινότερο. Και κατεβαίνει/ όλο και κατεβαίνει,/ αναζητώντας το οικείο φως, ώσπου συμβαίνει/ κυνηγημένη από τέρατα (φανταστικά πλην φοβερότατα)/ ν' αναζητεί μια μήτρα να χωθεί και να σωθεί. • Μέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί/ και περπατάμε στην απέραντη τη γη./ Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει/ όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει; • «Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»/ «Λεφτά;» τους απαντώ «λεφτά;/ Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;/ Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής». • Πάντα ανάμεσ' απ' τα κύματα μιλάς/ και πίσω απ' άγρια βουνά με λησμονάς.
 
  
«Γράφω θα πει διαβάζω το βιβλίο του Κόσμου.
Όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο υπογραμμίσεις στο βιβλίο του Κόσμου·
όλα μου τα γραφτά δεν είναι παρά μόνο σημειώσεις, ζωγραφιές,
στα περιθώρια των σελίδων του.

Γράφω θα πει πως δείχνω στους ανθρώπους
πως προσπαθώ να μοιραστώ μαζί τους
την ομορφιά ή τη φρίκη που διαβάζω στο βιβλίο του Κόσμου.

Γιατί κανένας δεν αντέχει να διαβάζει μόνος το βιβλίο του Κόσμου.»

Έφεσος, Ναός της Άρτεμης, 1988 μ.Χ.
 
_____________

* Όλες οι ποιητικές συλλογές

 ΜΑΝΘΡΑΣΠΕΝΤΑ

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΕΝΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ

ΜΑΣΚΕΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΕ

ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

 κι ακόμη όλα τ' ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Υφαντή σ' έναν τόμο.

Οι μεταμορφώσεις του Μηδενός· επειδή όλοι οι αριθμοί κι όλα τα γράμματα είναι μεταμορφώσεις αυτού του μαγικού σχήματος που λέγεται Μηδέν· επειδή όλα τα ποιήματα κι όλα τα όντα, είναι μεταμορφώσεις του Μηδενός (δηλαδή του Κανενός), όντας όψεις της Μάγια, της Μεγάλης Ψευδαίσθησης, μέσα στην οποία ζούμε, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, «Κάτω απ' το εικόνισμα των άστρων», ανάμεσα στις «Μάσκες του Τίποτε».
   

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Αλκυόνη*

   
Στην καρδιά μου
Στους δρόμους
Τα μάτια σου παντού
Αλκυονίδες νύχτες!

Εγώ εδώ
Εσύ εκεί
Και οι κιθαρίστες
Στον αέρα!

Μ.Μ.
     
_____________

* Η Αλκυόνη είναι κόρη του βασιλιά των ανέμων Αιόλου. Παντρεύτηκε τον Κήυκα, το γιο του Εωσφόρου (του άστρου της Αυγής). Οι δυο τους αποτελούσαν ένα ζευγάρι τόσο ευτυχισμένο, που όμοιό τους ήταν μόνο αυτό του Δία και της Ήρας. Οι θεοί, όμως, δεν μπορούσαν να ανεχθούν το «μαύρο φως» της αγάπης τους και εξοργισμένοι τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά. Η Αλκυόνη έκανε τη φωλιά της στην άκρη της θάλασσας και τα κύματα την κατέστρεφαν ανελέητα. Εκείνη, ωστόσο, ήταν κόρη των ανέμων και με τη μελωδική της φωνή τους έκανε να σταματήσουν για εφτά μέρες που προηγούνται από το χειμερινό ηλιοστάσιο και για εφτά μέρες που το ακολουθούν. Σε αυτήν την περίοδο, η Αλκυόνη μπόρεσε να επωάσει τα αυγά της. Αυτές είναι οι «αλκυονίδες ημέρες», οι οποίες δε γνωρίζουν κακοκαιρία.

Αλκυόνη. Ζωγραφικός πίνακας του Herbert James Draper (1915)
  
Ενώ η Αλκυόνη είχε προλάβει να συλλάβει τα αυγά της, ο Κήυκας πνίγηκε σε μια θαλασσοταραχή κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε προς αναζήτηση στέγης και τροφής για την αγαπημένη του και τα παιδιά τους. Το σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην ακτή, όπου το βρήκε η γυναίκα του. Από την απελπισία της άρχισε ένα παραπονιάρικο τραγούδι, που ήταν τόσο όμορφο ώστε γέννησε τα παιδιά της κρατώντας στην αγκαλιά της τον νεκρό αγαπημένο της. Έκτοτε, ενώθηκε με τις αδελφές της Πλειάδες και τις πήρε στην αγκαλιά του για πάντα ο Ταύρος για να αντισταθμίσει τον χαμό του αγαπημένου της. Υπάρχουν άνθρωποι μέχρι τις μέρες μας που αγαπούν και υμνούν την Αλκυόνη. Σε τόπους ιερούς, που μόνο εκείνοι ξέρουν...

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Για τον Αλέξη

Και τα χέρια σου στο νησί πάνω του γύρω του/ Ακόμα πιο βαθιά μέσα του σε ερείπια σεισμών/ Όπως το ποίημα πιάνοντάς το να σε ξεφεύγει/ Ή το ψάρι σ' ένα πέρασμα του νερού/ Κι η λέξη ακόμα σ' ένα πέρασμα σιωπής/ Προσπαθώντας να σηκώσεις όχι μόνο τη λέξη/ Όχι τη λέξη δέντρο αλλά το ίδιο το δέντρο/ Όχι τη λέξη αγάπη μα την αγάπη • Ξαναζείς τη στιγμή στον πολλαπλασιασμό του κενού/ Μέσα σ' αυτό το φως τ' απόκρημνο που σε τυλίγει/ Δίχως μετά και πριν στεγνή στιγμή/ Μέσα στους κόλπους του άχρονου. Τέλος κι αρχή σου • Έπειτα τόσες φορές πέρασε/ Εκείνος ο δυνατός άνεμος/ Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν/ Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή/ Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες/ Αρχίζοντας το παιχνίδι/ Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε/ Μικρά μικρά κομματάκι τις χαμένες μας μέρες/ Όλο σκόνη και στάχτη • Σου έφερα λουλούδια/ Δυστυχώς δεν μπόρεσα να σου προσφέρω τίποτα άλλο/ Κι έτσι σ' αυτό το υαλοδοχείο μύρισε τώρα/ Ναι σκύψε να μυρίσεις το άρωμα των ημερών/ Που ταξίδεψαν πάνω απ' τα κλειστά σου μάτια/ Καθώς έφευγες ένωχρος να εγκατασταθείς/ Στα μουσικά κύτταρα του χάους στην αόρατη χλόη/ Που δρόσιζε κάποτε τις φλέβες του ύπνου σου • Όλα μου τα δάκρυα / Όλα μου τα βήματα/ Όλες μου τις ανάσες/ Θα στα δώσω/ Για να υπάρξω • Μας έδεσε το φως μας έδεσε με τόσο σκοτάδι • Θ' ακουμπάς στις πιο κλειστές μου γωνίες/ Ανεπανόρθωτο όνειρό μου/ Θ' ακουμπάς στον ήχο των πραγμάτων και της μνήμης/ Σ' αυτό το κάποτε πρόσωπο/ Θα σε ταξιδεύει η μουσική/ Η πικρή μου αντήχηση η άδεια μου θάλασσα • Πώς όμως να πεθάνεις μπορείς/ Πώς μίλησέ μου/ Αφού υπάρχει ένας ουρανός που σε κοίταξε/ Ένα πέτρινο σκαλοπάτι που πάτησες/ Αφού υπάρχω ακόμα κι εγώ/ Σακάτης κι οδοιπόρος μες στη νύχτα/ Για να σε ζω να σε προσέχω/ Την πάχνη να μαζεύω από τα μάτια σου/ Και να την κάνω τραγούδι • Θα σε υποφέρω πάντα/ Γι' αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει/ Γι' αυτή τη φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή/ Δίχως πουτέ της να γυρνά... • Αυτή η συνέχεια η συνέπεια/ Να μην περιμένεις τίποτα/ Να ξεφύγεις απ' ό,τι ήθελες να ξεφύγεις/ Να ξεχάσεις αυτό που θα 'θελες να ξεχάσεις/ Να μην υπάρχεις σ' αυτά που υπάρχεις • Απ' το εδώ ώς το εδώ μια θλιβερή απόσταση/ Τρύπια πληγή μέσα στο μάτι/ Ύστερα απ' το μακελειό του καθρέφτη • Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε • Μα δεν έχω τίποτα/ Χειμώνιασα μόνο μέσα σ' αυτό το πάθος μου • Και τώρα από μιαν άλλη πόλη θα πρέπει να σ' αποχαιρετίσω/ Γιατί αυτή που υπήρχε κάηκε/ Γιατί αυτή που υπήρχε πάγωσε/ Γιατί όλα είναι ήσυχα σαν ένα παιγμένο δράμα/ Μέσα σε πρόχειρη ζωή/ Πρόχειρο φαγητό/ Πρόχειρη ηδονή/ Κι ο θάνατος πρόχειρος • Παίρνω το χλωμό παιδικό σώμα μου/ Τη χλωμή παιδική μου φωτογραφία/ Τον χλωμό παιδικό κόσμο μου/ Γυρνάω τους καθρέφτες στους νεκρούς/ Και σ' αποχαιρετώ • Πρέπει να 'χα κάτι το άσκημο μέσα μου/ Που επιδεινώθηκε περισσότερο σ' αυτή τη ζώη/ Μ' όλες τις μέρες της κρεμασμένες σ' ένα έρημο τέλος/ Γιατί το τίποτα έγινε πιο πολύ • Μια προσπάθεια μόνο/ Από λίγη ουσία στο ποίημα και στον κόσμο/ Να καρφώσω αυτήν τη στιγμή/ Στον αβέβαιο χρόνο κι ένα κάτι απ' τον εαυτό μου... • Όλα συνεχίζουν από πολύ παλιά/ Με μια τάξη και στάχτη • Νύχτα που πέθαναν όλοι στο νοσοκομείο της ποίησης/ Και μόνος ο άνθρωπος κόλαση απέναντι σε τόσα μάτια κλειστά/ Ή σ' εκείνα του Μοντιλιάνι/ Γεμάτα χίμαιρα και νοσταλγία θαλασσινή • Το πουλημένο παιχνίδι της ποίησης/ Δεν έχει τελειώσει ακόμη • Ντυμένος/ Ξαπλωμένος/ Βλέπω την επανάσταση/ Περιμένω το χρόνο/ Έτοιμος να πετάξω/ Μ' αυτήν εδώ την πτήση της τρέλας/ Για τα ξημερώματα/ Μ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα γεμάτη/ Σκέψεις παρανοϊκών/ Αποφύσεις κτηνών/ Μ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα/ Γεμάτη τα σάπια αυγά του εδώ κόσμου/ Ακουμπισμένη στα πόδια μου/ Σ' αυτήν εδώ τη βαλίτσα/ Βρίσκεται το πτώμα μου • Οι άνθρωποι κατουράν/ Μες στο κεφάλι τους • Ειν' από τότε/ Που με μια βίδα στο ένα μου μάτι/ Ένα κόκκινο λουλοδένιο όραμα στ' άλλο/ Κυνηγώ τα αίματα με μια πετσέτα/ Ανεβαίνω και σκουπίζω/ Τα ματωμένα μου αστέρια • Δόντια των λέξεων/ Δαγκάνοντας κρύον αέρα/ BECAUSE/ Το χάος μετριέται μόνο με χάος • BECAUSE/ Αυτός ειν' ένας κόσμος/ Όπου και τα πράγματα ακόμα/ Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά/ BECAUSE/ Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε • Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική/ Κι είναι ένας βρωμόκαιρος/ Όπου και να κοιτάξεις/ Παντού Κάποια μέρα δε θα γυρίσεις/ Ούτε στη νύχτα που μ' ένα ποδήλατο/ Κάθετα κι οριζόντια και πλάγια/ Κομμάτιασες το κορμί μου και την πόλη/ Ούτε στη μέρα που το μικρό σου στήθος/ Μπρος στη θάλασσα/ Μεγαλώνοντας και κοκκινίζοντας/ Έλαμψε με το νερό/ Κι έγινε ήλιος πρώτα/ Κι ύστερα μνήμη/ Κάτω από ρολόγια αποχαιρετισμών • Ακούω το υπόκοσμο γέλιο σου/ Σπάζοντας κρύσταλλα και λάμπες/ Το σκοπευτήριο στόμα σου/ Πυροβολώντας και θρυμματίζοντας/ Κάθε λουστραρισμένη φράση • Μόνο ο θάνατος θα 'ρθει/ Και θα 'χει τα μάτια σου/ Παλιά αρρώστια που γράφει/ Αυτά που γράφτηκαν κάπου αλλού/ Πολύ παλιά/ Όταν ο έρωτας αυτός ήτανε δάσος/ Μεταγγίζονται όμως εδώ/ Μια μεταμόσχευση/ Να κάνω να ζήσει τούτο το ποίημα • Ώστε να ζεις πάλι με πράγματα/ Απ' όπου κάποτε αναχώρησες για πάντα • Ίσως να γράψεις το αριστούργημά σου/ Σ' ένα κοσμικό ψυχιατρείο/ Να κοιτάς συνέχεια το χειμώνα • Νιώθεις έτσι τον κρότο της νύχτας/ Ήσυχη μες στα έπιπλα πλήξη/ Εσύ που θα φύγεις/ Με τα πρώτα σκουπίδια/ Τ' αποτσίγαρα τ' άδεια μπουκάλια/ Τα ξεραμένα λουλούδια/ Φύλακας ερειπίων/ Βαλμένος κι εσύ σε μια νάιλον σακούλα/ Με μια υποψία πως κλέφτες θα έρθουν/ Γι' αυτά τα λείψανα έστω/ Κι αυτό το μακρύ/ Κίτρινο/ Χαλασμένο/ Δόντι του ήλιου *

_____________

* Αποσπάσματα-"ερείπια" τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν παραστάσεις τοιχογραφίας ή ζωφόρου, από τις ποιητικές συλλογές:

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΡΕΣ (1973)

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ (1975)

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ / CANCERPOEMS (1977)

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΕΛΠΗΝΟΡΑ (1984)

Την έλλειψή τους ήρθε να απαλείψει η επιμέλεια της έκδοσής τους από τους ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ – ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟ:
   
 
Έτσι θέλω να φύγω μα να μη σας αφήσω